Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Επικαιρότητα...6

ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΓΗΣ 2010- EARTH FESTIVAL 2010

Κριτική Ταινιών Πρώτης Προβολής...18

VINCERE
(ΚΡΥΦΗ ΕΡΩΜΕΝΗ)


Σκηνοθεσία: Μάρκο Μπελόκιο
Παίζουν: Τζιοβάνι Μετζοτζιόρνο, Φίλιπο Τίμι, Κοράντο Ινβερνίτζ
Διάρκεια: 126’

Η νέα ταινία του Ιταλού Μάρκο Μπελόκιο, είναι η αληθινή ιστορία της σύγκρουση μιας πεισματάρας γυναίκας με το Μουσολίνι, για ν’ αναγνωρίσει το γάμο τους και το παιδί που απέκτησαν. Η Ιντα συνάντησε τον Μουσολίνι όταν αυτός ήταν ένθερμος σοσιαλιστής, μι-λούσε ενάντια στη θρησκεία, τον πάπα και τους πολιτικούς. Η Ιντα θα πουλήσει όλα τα υ-πάρχοντά της για να τον βοηθήσει, αυτός, όμως, θα την εγκαταλείψει.Παρ’ όλο που ανα-γνώρισε το γιο του, στη συνέχεια τους έκλεισε αμφότερους σε ψυχιατρείο.
Το «Vincere» (Να νικάς) έρχεται να δικαιώσει τη φωνή μιας χαμένης γυναικείας ψυχής που προσπάθησε να αποτυπώσει ανεξίτηλα το πέρασμά της από τη ζωή ενός άνδρα που αγάπησε και δεν διανοήθηκε ποτέ πως θα εξαφανιστεί από την Ιστορία χωρίς να το θέλει. Αυτό που γοήτευσε το βετεράνο σκηνοθέτη φαίνεται να είναι η απόλυτη άρνηση της Ίντα για κάθε είδος συμβιβασμού.Το σκηνοθετικό στοίχημα τίθεται εξαρχής: η διαχείριση όχι μόνο της ιστορία της κρυφής ερωμένης του Μουσολίνι, αλλά και του ίδιου του Ντούτσε, στα τριάντα χρόνια σημαντικής ιστορίας της Ιταλίας.Αποφεύγοντας το όχημα του υπαρξιακού μελοδράματος, χάρη κυρίως στη διάφανη ερμηνεία της Τζοβάνα Μετζοτζόρνο, ο δημιουργός χρησιμοποιεί τη φόρμα της όπερας για να μιλήσει για έναν από τους πιο σημαντικούς Ιταλούς ηγέτες του 20ού αιώνα. Αγκαζάρει αισθητική βωβού κινηματογράφου με πλήθος κινηματογραφικών επίκαιρων και με διαρκή ορχηστρικά μουσικά μοντέλα, δημιουργεί μια φαντασμαγορία που μπορεί ορισμένες φορές να γλιστρά στο τηλεοπτικό, εντούτοις σε κρατά καρφωμένο στην οθόνη χάρη στο αφηγηματικό νεύρο του σκηνοθέτη.Ο Μπελόκιο διαρκώς ακροβατεί ανάμεσα στο γενικό και το ειδικό,την ιστορική έρευνα και το ψυχογράφημα, το ρεαλισμό και το σινεμά, το σεξ και την πολιτική, το συναίσθημα και τον οπορτουνισμό.Προσπαθεί να χωρέσει, σε ένα δίωρο φιλμ, το δράμα μιας γυναίκας μέσα στη μετάλλαξη ενός ορμητικού σοσιαλιστή σε αρχιερέα του φασισμού. Δεν τα καταφέρνει πάντοτε. Πνίγεται στιγμές στην αμετροεπής φιλοδοξία του. Τον προδίδει και το διάτρητο σενάριο που βασίστηκε σε ανεπίσημα ντοκουμέντα και φωτογραφίες. Η αρχική σεκάνς όπου ο Μουσολίνι προκαλεί τον θεό να εμφανιστεί σε 5 λεπτά αλλιώς θα τον ανακηρύξει επισήμως νεκρό δείγμα μεγάλης βιρτουοζιτέ.

Αξιολόγηση: ***
(Π.Α.)

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Κριτική Ταινιών Πρώτης Προβολής...17

COCO AVANT CHANEL

Σκηνοθεσία: Αν Φοντέν
Παίζουν: Οντρέ Τοτού, Αλεσάντρο Νίβολα
Διάρκεια: 105’

Δύο στα δύο για τη sui generis προσωπικότητα της Κοκό Σανέλ. Pas mal…Μέσα σε ενά-μιση χρόνο δυο ταινίες για τη μυθική σχεδιάστρια μόδας. Τη δόξα του Ζαν Κουνέν και του «Chanel Coco & Igor Stravinsky», ζήλεψε η Γαλλίδα Αν Φοντέν και υπέγραψε ετούτο το συμπαθητικό και ιδιόμορφο biopic με άρωμα «μέικ απ» και όρους lifestyle περιοδικού. Το στόρυ πιστό σ’ αυτό που αναφέρει ο τίτλος. Ποια ήταν η Κοκό δηλαδή πριν αποκτήσει το διάσημο επώνυμό της. Η αφήγηση ξεκινά από τα παιδικάτα της Σανέλ, όταν βρέθηκε με την αδερφή της σε ορφανοτροφείο, αναμένοντας, εις μάτην, την καθιερωμένη κυριακάτικη επίσκεψη του πατέρα τους. Καθώς περνάν τα χρόνια οι δύο αδερφές σκαρφίζονται τρόπους για να βγάλουν χαρτζιλίκι. Έτσι καταλήγουν να τραγουδούν σε παρηκμασμένα μπαράκια, μέχρι που η αδερφή της Κοκό παντρεύεται, αφήνοντας την μετέπειτα πιο επιδραστική ίσως σχεδιάστρια μόδας, να εισβάλλει μετά από ένα απίστευτο προσωπικό αντισυμβατικό ταξίδι στο χώρο της «υψηλής» κοινωνίας. Με πάταγο φυσικά.

Δυστυχώς το φιλμ από πάταγο καλλιτεχνικό πέρασε και δεν ακούμπησε. Παρότι το κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό περιβάλλον που διατρέχει την εποχή που ακουμπά το φιλμ, προσφέρεται για ιδεολογική και ηθογραφική προσέγγιση, η σκηνοθετική πυξίδα της Φοντέν κολλά πεισματικά στα ωραιοπαθή πλάνα, στην επιτυχημένη σκηνική αναπαράσταση εποχής και στα όμορφα κοστούμια. Όλα τα άλλα περνάν επί της οθόνης σαν ένα βιαστικό και ανυπόμονο Viewmaster. Κάτι πάει να γίνει με το ταξικό μίσος που κυριεύει τη Σανέλ, όχι από ιδεαλισμό – η Κοκό αντιλαμβάνεται το κοινωνικό της περιβάλλον ως ζούγκλα και αποφασίζει να παίξει με αυτούς τους όρους- αλλά και αυτό εξατμίζεται τάχιστα. Αλίμονο όμως εάν μια «βιογραφία» κινηματογραφική έμενε στη φιλοτέχνηση ενός «ιστορικού» προσώπου με νατουραλιστικά χρώματα. Αυτό ο εύκολος δρόμος που ακολουθεί και η δημιουργός. Ακαδημαϊκό σινερομάντσο θυμίζει το φιλμ δίχως στάλα δραματικής κορύφωσης. Και το χειρότερο είναι ότι η Σανέλ παρουσιάζεται από τη σκηνοθέτιδα εντελώς ανισ-σόροπη σε βαθμό που να εκτίθεται στα μάτια των θεατών. Άλλοτε την ωραιοποιεί και άλ-λοτε την παρουσιάζει γραφική. Αμηχανία διαχείρισης υλικού με συνέπεια ένα άνισο και άρρυθμο φιλμ. Υπάρχουν βέβαια τα ελαφρυντικά ότι το φιλμ εστιάζει στον αρχικό, μη αβανταδόρικο βίο της πρωταγωνίστριας (εξ ου και το υποκοριστικό coco…), γι’ αυτό και η καθίζηση του, η συναισθηματική. Η Φοντέν προσπάθησε να αποτυπώσει σε κινηματογραφικό καρέ τα πρώτα χρόνια της μεγάλης κυρίας της μόδας, όπως και ο Ολιβιέ Νταχάν στη βιογραφία της Εντιθ Πιαφ στο «Lα Mome». Αποστήθισε το «Σπουργίτι» αλλά οι μόνες ομοιότητες των δύο ταινιών εντοπίζονται στις σπουδαίες προσωπικότητες των δύο γυναικών. Σχηματικός ο χαρακτήρας της Τοτού μπροστά στην τόλμη και στη γενναιοδωρία που προικίστηκε κινηματογραφικά η Πιαφ της Κοτιγιάρ. Η σκηνοθετική ατολμία του «Coco avant Chanel» σε συνδυασμό με την αναίτια σχοινοτενή αφήγηση της αρχής, τον καιρό δηλαδή που η Σανέλ έμενε νιώθοντας αφόρητη μοναξιά, στην έπαυλη του αριστοκράτη Ετιέν Μπαλσάν (έξοχος ο Μπενουά Πελβούρ), δημιουργεί όχι εσφαλμένα την εντύπωση ότι αυτή η γυναίκα αποκλείεται να ήταν επαναστάτρια σε μια κοινωνία αρκετά πουριτανική. Ελάχιστα μας πείθει ότι η Κοκό υπήρξε ασυμβίβαστη με τους κανόνες της αστικής τάξης και κυνηγούσε την περιπέτεια και το ρίσκο σε κάθε της βήμα. Πλήρης απομυθοποίηση με τη δημιουργό να υποβιβάζει και να διαστρεβλώνει την προσωπικότητα της μεγάλης κυρίας της ευρωπαϊκής haute couture.

Εκεί που ευτύχησε η γαλλίδα σκηνοθέτιδα είναι η επιλογή της Τοτού σε ένα ρόλο μακριά από τη γλυκύτητα της «Αμελί» και με μια τραχιά κομψότητα που ταιριάζει στα πρώιμα ώριμα χρόνια της Κοκό Σανέλ. Και φυσικά στη τελική υπαινικτική βιντεοκλιπίστικη σεκανς, που σβήνει προς στιγμή τα προηγούμενα κακώς κείμενα. Στα συν το μουσικό score του Αλεξάντερ Ντεσπλά.

Αξιολόγηση: ***

(Π.Α.)

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Κριτική Ταινιών Πρώτης Προβολής...16

ΦΕΥΓΩ
(PARTIR)


Σκηνοθεσία: Κατρίν Κορσινί
Παίζουν: Κριστιν Σκοτ Τομάς, Σέρζι Λοπέζ, Ιβάν Ατάλ
Διάρκεια: 83’

Μια ιστορία με όρους καθημερινότητας που βρίθει όμως από αίμα-όχι κυριολεκτικά αλλά απ’ αυτό που επιβεβαιώνει ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί. Και όταν λέμε αίμα εννοούμε Γυναίκα. Έτσι παίρνει μπρος η κινηματογραφική μηχανή. Με καύσιμο στο ρεζερβουάρ το μελαγχολικό βλέμμα της Κρίστιν Σκοτ Τόμας. Τις φωτοσκιάσεις του προσώπου της, τα ημιτόνια των εκφράσεων του βλέμματος της, το ηλεκτρισμένο πάθος του κορμιού της…

Μητέρα 2 τέκνων, διάγει μια αδιατάραχτη αστική ζωή σε πόλη της Γαλλίας. Ξαφνικά ερωτεύεται με πάθος έναν Καταλανό μετανάστη εργάτη που ανακαινίζει την αποθήκη του σπιτιού της. Τουτέστιν εγκαταλείπει σύζυγο, παιδιά και κοινωνική ευταξία. Το έχουμε ξαναδεί θα πει κάποιος. Δε θα διαφωνήσω. Ωστόσο η Γαλλίδα δημιουργός Κατρίν Κορσινί (που χρόνια πριν είχε δώσει το αινιγματικό «Les Amourex») ποτίζει ετούτο το ορμητικό και σύντομο μελόδραμα που αρχικά παραπλανά με την άνοστη βραδύκαυστη μονόχνοτη αφήγησή του, με στάλες σασπένς και ταινίας δρόμου. Αλλά κυρίως το μπολιάζει με την καυτή ανάσα του πάθους και το τίμημα που πληρώνει κάποιος όταν κυνηγά την ευτυχία. Η πρωταγωνίστρια βρίσκεται σε επικίνδυνη στροφή της ζωής της. Εκεί που αρκεί το βάρος ενός φύλλο για να αλλάξει άρδην την ισορροπία. Ως τώρα βίωνε μια ταπεινωτική ξενάγηση σε αυτό που ονομάζεται ζωή. Ο Σέρζι Λοπέζ γκρεμίζει το εξωτερικά καλογυαλισμένο κουκούλι της οικογενειακής θαλπωρής. Οι κοινοτοπίες των πρώτων σεκάνς δίνουν τη θέση τους στο χάος που θα επακολουθήσει. Το σώμα είναι που οδηγεί. Η καρδιά έπεται. Επιτέλους. Το σεξ σημείο ανάτασης. Το αρσενικό δειλιάζει. Λογικό. Αδύναμο φύλο. Προσπαθεί να καλουπώσει ένα καταπιεσμένο παρορμητικό γυναικείο ηφαίστειο. Σαν να προσπαθείς να σταματήσει μια Πόρσε με χαρτόνια. Ο άντρας με τη λογική, η γυναίκα με το πάθος. Το «βρώμικο» κορμί του Λοπέζ κολλάει σαν μαγνήτης στο αστραφτερό σώμα της Τόμας. Και έπειτα η αναχώρηση. Η ομολογία της απιστίας. Η ανέχεια. Η Αληθινή κόλαση μιας Αληθινής ζωής.

Αξιολόγηση: ***
(Π.Α.)

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Κριτική Ταινιών Πρώτης Προβολής...15

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ
(EL SECRETO DE SUS OJOS)


Σκηνοθεσία: Χουάν Χοσέ Καμπανέλα
Παίζουν: Ρικάρντο Νταρίν, Σολεδάδ Βιλαμίλ, Πάμπλο Ράγκο, Χαβιέ Γκοντίνο
Διάρκεια: 129’

Μπουένος Άιρες, 1974. Ο αστυνομικός Εσπόζιτο αναλαμβάνει τη διαλεύκανση της δολοφονί-ας μιας γυναίκας. Με τη βοήθεια της προϊσταμένης του και ενός συναδέλφου του, συλλαμβά-νουν τον ύποπτο Γκόμεζ και τον οδηγούν στην ανάκριση. Οι διασυνδέσεις, όμως, του Γκόμεζ με τις μυστικές υπηρεσίες τον οδηγούν τελικά στην ελευθερία. 25 χρόνια μετά, ο Εσπόζιτο ζη-τά τη βοήθεια της τότε προϊσταμένου του για να αποτυπώσει στο χαρτί την υπόθεση που ακό-μα τον στοιχειώνει.

Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας που στην ούγια γράφει Argentina. Από μια καινοτόμα θαλερή κινηματογραφία που συνδυάζει αριστοτεχνικά την εμπορικότητα και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και που θριάμβευσε στο αργεντίνικο box office. Για πολλούς και διάφορους λό-γους. Κυρίως διότι απολεπίζει τη ραχοκοκαλιά του φιλμ απ’ όλα τα περιττά ψιμύθια, συνιστώ-ντας ένα μελοδραματικό θρίλερ που αν και μεγάλο σε διάρκεια, δεν κουράζει καθόλου. Οι συ-νιστώσες της επιτυχίας πολλές. Ο διεφθαρμένος κοινωνικός ιστός, ο ανεκπλήρωτος έρωτας ελέω ταξικών διαφορών (όχι με όρους διαλεκτικής αλά Λόουτς αλλά με συνθήκες κομψού ε-ρωτικού δράματος), η πολιτική, το δικαστικό παρακύκλωμα, το αστυνομικό μυστήριο. Ο Κα-μπανέλα ισορροπεί με περισσή αυτοπεποίθηση ανάμεσα σε όλα τα όσα συμβαίνουν επί της οθόνης, χρησιμοποιώντας ένα ευφάνταστο ρακόρ (εύσημα και στον μοντέρ) ανάμεσα στις σκηνές του παρελθόντος και του παρόντος. Εντελώς οργανικά ο δημιουργός κατορθώνει να ενσωματώσει και όλες τις όποιες υπερβολές της αφήγησης. Και τα κλισέ. Αποκαλύπτει από την αρχή την ταυτότητα του δολοφόνου και ξεκινά ένα υποδόριο παιχνίδι της γάτας με το πο-ντίκι. Ένα παιχνίδι απορρίψεων και απωλειών. Νουάρ στο προσκήνιο, πολιτικός σχολιασμός στο φόντο. Ένα υπέρμετρα φιλόδοξο φιλμ (δικαιολογημένα) που αντλεί από τη βιρτουοζιτέ του σκηνοθέτη, ο οποίος όμως δεν αναλώνεται σε φορμαλιστικά τερτίπια της κάμερας αλλά παραδίδει μαθήματα χειρισμού της. Αποκορύφωμα η σχοινοτενής εκφοβιστική σεκάνς στο γήπεδο με το υποκειμενικό πλάνο της κάμερας να αγκομαχά ιδρωμένη και να ανεβοκατεβαίνει κυνηγώντας τον ήρωα.

Αξιολόγηση: ****

(Π.Α.)