Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

ΚΡΙΤΙΚΗ DVD...4

Το Διάφανο Δέρμα

Βαθμολογία: 8/10
Είδος: Θρίλερ, Δραματική
Σκηνοθεσία: Φίλιπ Ρίντλεϊ
Σενάριο: Φίλιπ Ρίντλεϊ
Πρωταγωνιστούν: Βίργκο Μόρτενσεν, Λίντσεϊ Ντάνκαν, Τζέρεμι Κούπερ, Σίλα Μουρ,
Διάρκεια: 95
Χώρα: Αγγλία, Καναδάς
Έτος: 1990
Extras:
Τρέιλερ


Τί;

Τη δεκαετία του `50, ένα μικρό αγόρι προσπαθεί να επιβιώσει στην αγροτική ζωή ενώ με τη φαντασία του δημιουργεί διάφορα σενάρια. Επηρρεασμένος από τον πατέρα του, που του αφηγείται ιστορίες με βρικόλακες, το μικρό αγόρι αρχίζει να πιστεύει ότι η χήρα που μένει κοντά στο σπίτι τους είναι βρικόλακας, και προσπαθεί να προστατέψει τον μικρό του αδερφό απ` αυτήν. Συγχρόνως είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τη βάναυση μητέρα του, τον πατέρα του που κατηγορείται για σεξουαλική παρενόχληση και μια παρέα νέων που σπέρνουν παντού τον όλεθρο…

Πώς;

Tο ντεμπούτο του Βρετανού ακριβοθώρητου σκηνοθέτη Φίλιπ Ρίντλεϊ (δύο μόνο μεγάλου μήκους ταινίες πριν στραφεί στο θέατρο) στέκει σήμερα ως ένα από τα πλέον ενδελεχή έργα με θέμα τον εφιάλτη που ακούει στο όνομα...παιδική ηλικία. Σε αστραφτερή επανέκδοση μετά από 18 χρόνια, το πολυβραβευμένο cult νουάρ-θρίλερ έρχεται να διδάξει πως ένα φιλμ, έξω από mainstream ευκολίες, μπορεί να μην είναι ανώδυνο για τον θεατή, αλλά να σε στριφογυρίζει στην θέση σου λόγω διάχυτου κυνισμού. Με μια αρχή ταινίας άκρως ερεθιστική που υπόσχεται πολλά : τρία πιτσιρίκια βασανίζουν ένα βάτραχο, φουσκώνοντάς τον και αυτός εκρήγνυται γεμίζοντας εντόσθια μια περαστική!!! Ο Ρίντλεϊ με αμπαλάζ ένα ζοφερό στυλιζάρισμα κάνει μια ταινία για την παιδική αθωότητα και φαντασία, δίχως ίχνος λυρισμού και νοσταλγίας, με συνεχείς αναφορές στον βαμπιρικό μύθο. Τα κάδρα του (με το βρώμικο κοντράστ της ευρυγώνιας φωτογραφίας του Ντικ Ποπ) παραπέμπουν σε μια θρησκευτικού τύπου άχρονη και απροσδιόριστη γεωγραφικά, παραβολή για τη βίαιη ενηλικίωση, ενόσω η κάμερα του κολλάει στο βλέμμα του μικρόυ ήρωα (ο νεαρός Τζέρεμι Κούπερ κλέβει την παράσταση από τον συναισθηματικά γκροτέσκο φιλμικό «αδερφό» του Βίγκο Μόρτενσεν), παρομοιάζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, τα παιδικά χρόνια με ένα καθρέφτη τοποθετημένο με απόλυτη συμμετρία απέναντι στην εικόνα του παραδείσου. Το ίδιο μαρτυρά και ο αγγλικός τίτλος του φιλμ «The Reflecting Skin», ο οποίος αναφέρεται στο φαινόμενο του αντικατοπρισμού και στον παράδεισο ως μια ανεστραμμένη εικόνα της κόλασης.

«Το Διάφανο Δέρμα» μπορεί και πρέπει να ιδωθεί και ως ένα ξέφρενο στην αμερικάνικη ύπαιθρο, road movie στην τραγωδία της ενηλικίωσης και μετάλλαξης από την αθωότητα στην περίοδο του «αίματος». Και όλα αυτά με ισόποσες, μαεστρικά τοποθετημένες, ποσότητες σεξουαλικής διαστροφής και σαρδόνιου κατάμαυρου χιούμορ. Αλλά και ένας φόρος τιμής στον συμβολισμό του Ντέιβιντ Λιντς και στο «Μπλέ Βελούδο» του. Με μια λιτή αφήγηση, που συνεχώς κλιμακώνεται μουσικά από τον Νικ Μπικά, ο σκηνοθέτης αφηγείται με άφατο πεσιμισμό, μια δαιδαλώδη ιστορία θρησκευτικού φανατισμού, λανθάνουσας σεξουαλικότητας, προκαταλήψεων και πολιτικής ορθότητας. Η όλη του κοσμοθεωρία συμπυκνώνεται στην εξής στιχομυθία : «Γιατί δεν παίζεις με τους φίλους σου;», ρωτάει ο Μόρτενσεν το μικρό του αδελφό, για να πάρει την πληρωμένη απάντηση: «είναι όλοι νεκροί». Στο σύμπαν του Ρίντλει μόνο η ερωτική ενστικτώδη επιθυμία επιβιώνει. Αλίμονο όμως για λίγο, πριν καταλήξει και αυτή στο θάνατο. Με πλήθος σκηνών να περνούν στο libro d’ oro του κινηματογράφου (όπως αυτή με τις υγρές αναμνήσεις ενός νεκρού που χωράν σε ένα μπουκαλάκι), ετούτο το φιλμ κατατάσσεται στα πιο επιδραστικά του είδους. Μαζί με το “Butcher Boy” του Τζόρνταν, το «Stand by me” και το «Tideland” του Τέρι Γκίλιαμ.

(Π.Α)

ΚΡΙΤΙΚΗ DVD...3


Zodiac


Βαθμολογία:
8/10
Είδος: Θρίλερ
, Νουάρ
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φίντσερ
Σενάριο: Ρόμπερτ Γκρέισμιθ, Τζέιμς Βάντερμπιλτ
Πρωταγωνιστούν: Τζέικ Τζίλενχαλ, Μάρκ Ράφαλο, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Γκάρι Όλντμαν, Διάρκεια: 158
Χώρα: Η.Π.Α.
Έτος: 2007
Extras: Φιλμάκι «
This is Zodiac» και τρέιλερ



Τι;

Η Καλιφόρνια του 1968 αναστατώνεται από τη δράση ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου, που αυτοονομάζεται Zodiac. Ο περιβόητος ντετέκτιβ Ντέιβιντ Τόσκι θα αναλάβει την υπόθεση, αλλά όσο και να νομίζει πως πλησιάζει στη ταυτότητα του εγκληματία, τόσο βρίσκεται λίγο πριν το κενό. Ο Zodiac θα αναπτύξει επικοινωνία με τρεις μεγάλες εφημερίδες της περιοχής και ειδικά αυτή, όπου εργάζεται ο δημοφιλής αν και ιδιότροπος συντάκτης Πόλ Έιβερι και ο καρτουνίστας Γκρέισμιθ. Ο τελευταίος θα αναπτύξει μια εμμονή με τον Zodiac και καθώς τα χρόνια περνάνε, χωρίς την πολυπόθητη σύλληψη, αυτός θα συνεχίσει να ψάχνει για τη ταυτότητα του δολοφόνου…

Πώς;

Μια ενδελεχής καταγραφή του χρονικού του αυτοαποκαλούμενου Zodiac που υπήρξε ένας κατά συρροήν δολοφόνος που έσπειρε τον φόβο, την παράνοια και τον τρόμο στο Σαν Φραντσίσκο περί τα τέλη των ‘60s και τα μέσα των ‘70s, με τις δημοσιευμένες, εν είδει κρυπτόλεξων, απειλές του στα τοπικά media. Ένα φιλμ κόσμημα στο περιδέραιο των cine-πετραδιών που μας έχει χαρίσει ως τώρα ο πραγματικά σπουδαίος Ντέιβιντ Φίντσερ (Seven, The Game, Fight Club, Panic Room) και το οποίο δεν αφορά τελικά τον ίδιο τον Zodiac, αλλά τον μανιακότερο καρτουνίστα–διώκτη του, Robert Graysmith. Κυρίως και πάνω απ’ όλα όμως μια εγκεφαλική σπουδή στην ΕΜΜΟΝΗ, την οποία ο δημιουργός «ξεχαρβαλώνει» από κάθε πιθανή πτυχή της, τόσο πολύ που κάθε ψυχιατρική μελέτη φαντάζει απλά κόμικ…Ο Φίντσερ εξοβελίζει τις εύκολες λύσεις από την αρχή στην αριστοτεχνικά φτιαγμένη ταινία του. Δεν απαντά στην προκρούστεια λογική Τι, Ποιος και Γιατί. Τρυπώνει σε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της Αμερικής και με ντοκιμαντερίστικη γραφή, δεν καταλήγει σχεδόν πουθενά. Και ο προσωπικός του φόβος δεν του επιτρέπει να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα για την ταυτότητα του Zodiac. Δεν είναι άλλωστε αυτός ο σκοπός του η κάθαρση και η λύτρωση των θεατών. Το mind game είναι. Ξορκίζοντας τους δικούς του (?) εφιάλτες και ψυχώσεις σε σχέση με τον αληθινό Zodiac, ενορχηστρώνει με περισσή μαεστρία ένα δαιδαλώδες σενάριο οδηγώντας το εκεί ακριβώς που επιζητά: στη μελέτη της ψύχωσης που ανέπτυξαν με την υπόθεση οι δύο εμπλεκόμενοι δημοσιογράφοι και ο επικεφαλής αστυνομικός.

Το μέγιστο πλεονέκτημα του φιλμ είναι η βιωματική ενσωμάτωση του θεατή, αν καταφέρει βέβαια να ανταπεξέλθει στην μεγάλη διάρκεια, που ενίοτε ξεχειλώνει, της αφήγησης. Καταφέρνει σε όποιον έχει υπομονή και μεθοδικότητα, να τον ανταμείψει και να τον κάνει μέρος της με ένα έξοχο τρόπο: να τον τρομάξει…Ο σκηνοθέτης διατείνεται ότι ο Zodiac είναι ένα κατασκεύασμα της ίδια της κοινωνίας...ένα τέρας. Ο ζόφος που προκαλεί αυτή το δημιούργημα. Κυρίως τονίζεται η αδυναμία του ανθρώπου να κάνει οτιδήποτε προκειμένου να εμποδίσει το Κακό, προσωποποιημένο στον Zodiac. Ξεβολεύει την αστική συνείδηση. Η ανάγκη να φωτιστεί το πρόσωπο του Zodiac επιτακτική. Ούτε όμως εκεί η κινηματογράφηση παρουσιάζεται γενναιόδωρη. Βουτώντας στις λεπτομέρειες, στις ατελείωτες μαρτυρίες, όλα κομμάτια ενός παζλ που αργόσυρτα ενώνονται μπροστά στα μάτια μας, μεταμορφώνοντάς τα όχι στην ξεκάθαρη εικόνα του μυστηρίου, αλλά στο ίδιο το θέμα της ταινίας. Ένας γοητευτικός, απολύτως κινηματογραφικός, λαβύρινθος που αποκρυπτογραφεί την αδυναμία μας να κατανοήσουμε, να βρούμε τις απαντήσεις, να ανακαλύψουμε εν τέλει τον εαυτό μας και τις συμπεριφορές μας. Το δεύτερο επίτευγμα του Φίντσερ δεν είναι άλλο παρά η ατμόσφαιρα. Μια καλοκεντημένη αναπαράσταση εποχής, αλλόκοτες γωνίες λήψης, επιμονή στις σκηνικές λεπτομέρειες, νωχελικό τέμπο, χαμηλός φωτισμός, δυνατό μουσικό score, λίγες αλλά σαγηνευτικές σκηνές δράσης και ένας μέγιστος οπερατέρ, ο Xάρης Σαβίδης. Ένα ατόφιο πολυσύνθετο νουάρ εποχής. Το τελευταίο αλλά όχι ήσσονος σημασίας κρυφό χαρτί του Φίντσερ οι ερμηνείες. Υπέρτερος όλων ο «μοιραίος» Τζίλενχαλ. Το τραγικό του βλέμμα. Η διαστροφή της εμμονής. Από κοντά ο εξωστρεφής Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ και ο πάντα πολύ καλός Μαρκ Ράφαλο.

(Π.Α)

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - LIVE ... 7

SANI FESTIVAL 2008

Για ένα φεστιβάλ που δεν χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους-ευχή αλλά και κατάρα, 16 χρόνια πορείας είναι ρεκόρ. Το Sani Festival στη Χαλκιδική, διάγει ένα ρεκόρ αξεπέραστο (ο Γ. Λούκος με το Φεστιβάλ Αθηνών ιχνηλατεί στον ίδιο ανάλαφρο, εξωστρεφή και ανοιχτόμυαλο προσανατολισμό). Ένα πολιτιστικό γεγονός που ενώ ήδη έχει ξεπεράσει τα σύνορα της περιοχής, εντούτοις προσπαθεί και συνεχώς «ψάχνεται» και γίνεται ολοένα και καλύτερο, διατηρώντας τους αρχικούς του στόχους: επιλογές με κριτήριο την ποιότητα, open minded λογική, γέφυρες με άλλες χώρες, footage δυτικότροπο με συνέπεια και πάνω απ’όλα ΣΕΒΑΣΜΟ στον θεατή. Και άνοιγμα στους νέους, θεατές και καλλιτέχνες. Μοιράζεται τόσα χρόνια με τους πολυάριθμους φανατικούς φίλους του (κι εγώ ένας απ’ αυτούς την τελευταία πενταετία), μουσικές συγκινήσεις και αναζητήσεις εικαστικού περιεχομένου. Πάνε χρόνια τώρα που μας συστήνει σπουδαίους καλλιτέχνες, άγνωστους στους περισσότερους και χωρίς ευκαιριακή επιτυχία, όμως πρωτοπόρους που έχουν κάτι να πουν. Ιδιωτική πρωτοβουλία ολκής χωρίς μίζερες κρατικές και πελατειακές επιχορηγήσεις. Και μια τοποθεσία, λόφος πλάι στη θάλασσα, σαγηνευτικά εγκάρδια που κλέβει αρχικά την παράσταση…

Το τριήμερο “Jazz on the Hill” δυστυχώς δεν το πρόλαβα ελέω «Γιορτών της Γης» στη Βλάστη. Έτσι έχασα το stage του διάσημου πιανίστα Chucho Valdes. Ας είναι όμως, γιατί το θεματικό τριήμερο «Sounds Of The World» ήταν καταπέλτης και πρόσφερε απέριττη μουσικοχορευτική ευδαιμονία. Η πρώτη μέρα περιλάμβανε το ντουέτο και στη ζωή των Amadou και Mariam, εκ γενετής τυφλοί από το Μάλι, που η μουσική τους κατόρθωσε να ταξιδέψει παγκοσμίως χάρη στο πάθος και στο ρυθμό που τη διέπει. Παρουσίασαν ένα concept κατάστικτο από αφρο-φανκ ήχο, με beat και grunge κιθάρες. Αυτό ακριβώς ήταν που γοήτευσε τον Μανού Τσάο και συνεργάστηκε μαζί τους. Και ο χορός καλά κράτησε καθ’ όλη τη συναυλία, γεγονός περίεργο αλλά και ενθαρρυντικό για ένα Φεστιβάλ «καθήμενων».Η έκπληξη όμως ήρθε την επόμενη, με τους Tinariwen, το συγκρότημα που δημιούργησαν πριν από 30 χρόνια τρεις έφηβοι της φυλής των Τουαρέγκ όταν βρέθηκαν εξόριστοι στην έρημο σε στρατόπεδο του Καντάφι. Δημιούργησαν ένα είδος μουσικής που ακροβατεί ανάμεσα στο παρελθόν (τύμπανα, κρουστά, ακουστική κιθάρα) και τον δυναμισμό των αλλαγών, λέγε με «δυτική» ηλεκτρική κιθάρα. Με διάσημους θαυμαστές των ηχοτοπίων τους, τους Ρόμπερτ Πλαντ και Κάρλος Σαντάνα, πρόσφεραν μουσική ευδαιμονία στο κοινό, που ξαφνικά άρχισε να χορεύει σε μεθυστικές, της ερήμου, ατραπούς. Ευφορία, γοητευτικά υπνωτικοί ρυθμοί, χθόνιες μίξεις, σαγηνευτικά γυναικεία λικνίσματα. Άμεσα και επαναστατικά μπλουζ της ερήμου που κόμισαν κάτι από τη θέρμη της Σαχάρας στη θάλασσα της Χαλκιδικής. Αλλά και ηλεκτρικές, from the desert, μελωδίες και ακατάπαυστος χορός με παραδοσιακές φορεσιές και τουρμπάνι και οικολογικά μηνύματα. Το βιντεάκι προσφορά, όπως σας έχω συνηθίσει…

(Π.Α.)

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ – LIVE … 6

Αν σας αρέσουν τα πολύχρωμα και εξωτικά κοκταίηλ, οι καλοκαιρινές νύχτες μετά συναυλιών και τα lounge, latin, jazz soundscapes, όλα στη σωστή δοσολογία, είσαστε τυχεροί, γιατί οι Pink Martini γνωρίζουν απταίστως τη συνταγή και το κυριότερο τη μοιράζουν σε όσους την ποθούν, αφειδώς. Αυτά είχα κατά νου και πήγα στο Μύλο στη Θεσ/νίκη εκεί στις αρχές του Ιούλη, μαζί με εκλεκτή παρέα, την Κατερίνα, το Στέλιο και το Νίκο, για το Live της δημοφιλής ενδεκαμελής μπάντα από το Portland του Oregon. Ο χώρος αν και ακατάλληλος (δεν είναι η Βαβυλωνία για τέτοιες μεγάλες συναυλίες ρε) και η ατμόσφαιρα αποπνικτική ελέω υγρασίας και καύσωνα, εντούτοις κατάμεστος από νωρίς. Βλέπετε οι Pink Martini είναι «δικά» μας παιδιά, πολύ αγαπητοί και προσφιλείς στην Ελλάδα και με τρελές πωλήσεις και στα τρία άλμπουμ τους μέχρι τώρα («Sympatique», «Hang on Little Tomato», «Hey Eugene»). Κυριολεκτικά ξεπουλάν. Ενίοτε, σπανίως βεβαίως, το μουσικό ένστικτο των συμπατριωτών μου συμπίπτει με το καλό γούστο, την φίνα αισθητική…Η China Forbes ήταν εκεί με την πολυσυλλεκτική της μπάντα και τις ακόμη πιο πολυποίκιλες μουσικές επιρροές του γκρουπ που ξεκινούν από το jazz swing και την κλασική μουσική και ακουμπούν τις παρυφές του μπλουζ, του μπολερό ως το τάνγκο, τη σάμπα και τη ρούμπα. Και διασκευές φυσικά από το σελιλόιντ. Η διασκευή του περίφημου Ραβελ-ικού «Bolero» ανοίγει τη συναυλία σε μία ατμόσφαιρα χαλαρή «wannabe» κοσμοπολίτικη. Τα κρουστά στο προσκήνιο (από μπόνγκος και ντέφια μέχρι βιμπράφωνο και τύμπανα), σε δεύτερο φόντο οι τρομπέτες και τα τρομπόνια και εκεί στη μέση της σκηνής η λαμπερή περσόνα της China Forbes. Το κοινό (γυναικείο ως επί το πλείστον) δεν αργεί να λικνιστεί με γαλλικά, πορτογαλικά και βραζιλιάνικα κομμάτια. Ανάμεσα τους και μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους: “Que Sera Sera” (με προσέγγιση βαριετέ), “Lilly”, “Amado Mio”(η ντίβα Ρίτα Χέιγουορθ στη θρυλική «Τζίλντα» σίγουρα θα χαμογελούσε) , "Donde estas Yolanda", «Je ne vais pas travailler», “Una Notte A Napoli” (ο δικός μου ονειρικά ερωτεύσιμος ύμνος). Και κάπου εκεί το “Hey Eugene” με τη μικρή του αλλόκοτη ιστορία: η China Forbes σ’ ένα πάρτυ στη Νέα Υόρκη γνώρισε έναν τύπο ονόματι Eugene, που τη φλέρταρε, της ζήτησε το τηλέφωνο αλλά δεν την πήρε ποτέ! Οι Pink Martini, χωρίς να ήταν κάτι το εξωπραγματικό με πάμπολλες μουσικές πρωτοπορίες κατάφεραν επί διώρου να σερβίρουν το κοσμοπολίτικο τους μείγμα, ένα κράμα ισορροπημένου mainstream και έθνικ ακουσμάτων, ταξιδεύοντας μας από τη Γαλλία του Μεσοπολέμου στη μυστηριώδη Αραβία και από εκεί στη Νέα Υόρκη. Και από εκεί στα χατζιδακικά “Παιδιά Του Πειραιά” και σε 2 νέα τραγούδια του επερχόμενου album. Feel good ατμόσφαιρα με την China Forbes να κλείνει με 'ευχαριστώ' και 'καληνύχτα'…Πάρτε και ένα βιντεάκι από τη βραδυά.

(Π.Α.)


Κυριακή 24 Αυγούστου 2008

EARTH FESTIVAL 2008-VLASTI KOZANIS

Το καλοκαίρι πλησιάζει στο ημερολογιακό τέλος του οπότε σιγά σιγά να μαζεύουμε το σωρό των posts που έχουν συσσωρευτεί για το blog και πρέπει να «ανέβουν». Είναι τόσα πολλά που εάν δεν καταγραφούν ΤΩΡΑ, σίγουρα θα τα παρασύρει η νωχελική αχλύ της θαλασσινής αύρας. Ξεκινάω λοιπόν με το πρώτο και σημαντικότερο post απ’ αυτά που είχα υποσχεθεί. Earth Festival 2008 ή αλλιώς «Γιορτές της Γης», Βλάστη Κοζάνης 2008. Ένα Φεστιβάλ, λίγο διαφορετικό απ’ τα υπόλοιπα, που ειδικά φέτος εκτός από τον διασκεδαστικό (sic) του χαρακτήρα είχε σαν στόχο τη «δημιουργική» αλληλεπίδραση των πολιτών-θεατών πάνω σε θέματα διατροφικής ανασφάλειας. Το εάν κατάφερε να αφυπνίσει, θα φανεί στο διάβα του χρόνου μέχρι το επόμενο Φεστιβάλ. Οι φετινές «Γιορτές της Γης» με βρήκαν σε ένα διαφορετικό πόστο, αυτό του μέλους της διοργανώτριας ομάδας, οπότε οι κρίσεις και επικρίσεις μου κινδυνεύουν να…εκτροχιαστούν…

Αν πρέπει να βγάλουμε μια συνιστώσα του 8ου Φεστιβάλ, αυτή δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την Καταξίωση και το Σεβασμό που έχει πλέον κατακτήσει τόσο στους πολυάριθμους φίλους του, αλλά εξίσου και στο group των καλλιτεχνών που απαρτίζουν το μουσικό κομμάτι του κάθε χρόνο. Η φετινή προσέλευση ήταν τόσο γιγάντια (περί τις 20000 επισκέπτες το τετραήμερο) που έκρυψε κάποιες αδυναμίες. Ξεκινώντας από τα αδύναμα σημεία του Φεστιβάλ (που είναι ομολογουμένως λίγα για ένα τέτοιου μεγέθους, ελάχιστα κρατικοδίαιτου φεστιβάλ) θα αναφέρω πρώτα απ’ όλα τον αποπροσανατολισμό του Φεστιβάλ. Οι «Γιορτές της Γης» υπό τη μαγκέτα του φίλου Σταύρου Υφαντή, ξεκίνησαν πριν 8 χρόνια ως ένα μουσικό, κυρίως Φεστιβάλ, με παράλληλες εκδηλώσεις που είχαν να κάνουν με την οικολογία (γενική και καθημερινή), το παιχνίδι, την χλωρίδα και την πανίδα, την αφύπνιση «κοιμισμένων» συνειδήσεων πολιτών. Και τα κατάφερε περίφημα ως τώρα να παίξει και έναν ρόλο εκπαιδευτικό, επιμένοντας στον «αντιεμπορευματικό» χαρακτήρα που μπορεί να κομίσει ένα multi culti Φεστιβάλ σε ένα ορεινό, μη trendy προορισμό, χωριό της Κοζάνης. Προς επίρρωση όλων αυτών και η κλήση «διεθνοποιημένων» καλλιτεχνών με «άποψη», διαχρονικότητα, ενθουσιασμό, που έχουν κάτι φρέσκο να φέρουν στο συναυλιακό μεσαίωνα της Ελλάδας. Με το βλέμμα στραμμένο στον κόσμο.

Φέτος το Φεστιβάλ, δυστυχώς, ξέφυγε από τον έλεγχο. Μια τεράστια κατασκήνωση έγινε, που περνάμε μεν καλά , αλλά ούτε μας νοιάζει για συναυλίες, ομιλίες, συμμετοχικά παιχνίδια κτλ. Είναι ένα σημείο που πρέπει να προσεχθεί, γιατί αυτό κάνει το Earth Festival να απέχει παρασάγγας από οποιοδήποτε άλλο εγχώριο..Παρελκόμενο όλων των παραπάνω ήταν η ρίψη μπουκαλιών μπύρας επί της σκηνής από κάποιον ανεγκέφαλο. Τα προβλήματα υποδομής του Φεστιβάλ είναι γνωστά. Μέσα σε 3 χρόνια οι θεατές τριπλασιάστηκαν. Μοιραία οι τουαλέτες δεν αρκούσαν, το ελεύθερο κάμπινγκ λειτουργούσε στο 150% των δυνατοτήτων του. Ένα πάντως από τα πιο βασικά προβλήματα εντοπίζεται στο πάργκινκ του κάμπιγκ, στα άπειρα αυτοκίνητα και στο στενό δρόμο που οδηγεί σ’ αυτό. Παρ΄ότι θα μπορούσαν να μετακινηθούν πολλοί με ένα αμάξι αντί για πέντε, το πρόβλημα είναι μεγάλο. Θα μεριμνήσουμε όμως του χρόνου. Είναι στην άμεση προτεραιότητά μας. Τέρμα οι «Αχίλλειες» πτέρνες του Φεστιβάλ…

Οι θετικές εντυπώσεις ήταν ασυγκρίτως περισσότερες. Μερικά snapshots που αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μου είναι : οι εκρηκτικοί –για πρώτη φορά στην Ελλάδα- Kultur Shock. Χαρντκορ, πανκ, βαλκανικά ηχοτοπία, πολιτικοί στίχοι από την μπάντα απ΄το Σιάτλ με ρίζες όμως από παντού. Κι ας ταλαιπωρήθηκαν στα σύνορα από τους Έλληνες τελωνειακούς. Thanks Τζίνο και καλοτάξιδος ο νέος δίσκος υπό την σκέπη του label του Jello Biafra των Dead Kennedys…

Ο Γαλλομαροκινός Κάλιντ Κ. και οι απίστευτου μουσικού κάλλους ήχοι που έβγαιναν από το λαρύγγι του. Ο κιθαρίστας, με σολαρίσματα αλά Χέντριξ, των Χαίνηδων. Η απαράμιλλη βιρτουοζιτέ του κιθαρίστα της μπάντας του Γ. Χαρούλη (ο οποίος ξεχωρίζει και στους Modrec), η τρομπέτα του Μάρκο Μάρκοβιτς σε ένα jazzy αυτοσχεδιαστικό πέρασμα στο concept του Χαρούλη. Το διονυσιακό κρεσέντο που ξεπηδούσε από την ορχήστρα των χάλκινων πνευστών υπό τον υιό Μάρκοβιτς. Το live cinematic set του Σεραφείμ Τσοτσόνη, της Klik Records. Οι Αυστριακοί !Deladap με τη nu jazz electro αισθητική τους. Ο φίλος Νεκτάριος Λαμπρόπουλος που με μόχθο και παρρησία συντηρεί ένα μουσικό περιοδικό-κόσμημα, το πατρινό Muzine. Ο αναβαθμισμένος και εμπνευσμένος φετινός παιδότοπος. To βιολογικό εστιατόριο ever. To πλαστικοποιημένο ποτήρι- έμβλημα- του φετινού Φεστιβάλ. Το χρεωνόσουν και όταν το επέστρεφες έπαιρνες πίσω 1ευρώ. Το πάμφθηνο, πιο φθηνό δε γίνεται, εισιτήριο. Τα καλαίσθητα stands. Ο βιολογικός μεταμεσονύχτιος τραχανάς. Τα καλοσχεδιασμένα φούτερ του Φεστιβάλ. Οι δύο εκθέσεις (φωτογραφική και εικαστική) στο παλιό σχολείο με θέμα τη διατροφική ανασφάλεια. Και, και, και…Μα πάνω απ’ όλα οι Ανθρωποι του Φεστιβάλ. ΟΙ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ. Χωρίς αυτούς τίποτα δεν θα ήταν ίδιο…

(Π.Α.)